Η σιωπή γύρω από τις πτωχεύσεις στην ελληνική αγορά

Όταν η αδυναμία αναγνώρισης της αποτυχίας γεννά ένα οικονομικό περιβάλλον που τιμωρεί την υπευθυνότητα.

Σε έναν κόσμο όπου η πληροφορία είναι δύναμη και η ευελιξία προϋπόθεση επιβίωσης, η Ελλάδα συνεχίζει να λειτουργεί με έναν ιδιότυπο «κώδικα σιωπής» γύρω από το ζήτημα της επιχειρηματικής αποτυχίας. Παρά τις πάνω από 700.000 ενεργές επιχειρήσεις, οι ετήσιες επίσημες πτωχεύσεις στη χώρα μας παραμένουν σε αριθμούς μερικών δεκάδων. Το στοιχείο αυτό, αν και μπορεί να φαίνεται θετικό επιφανειακά, είναι στην πραγματικότητα ένδειξη ενός βαθέος συστημικού προβλήματος.

Αντιθέτως, σε χώρες όπως η Γερμανία, το Βέλγιο, η Γαλλία, η Ισπανία ή η Πορτογαλία, οι πτωχεύσεις ανέρχονται κάθε χρόνο σε χιλιάδες. Όχι γιατί οι οικονομίες τους είναι πιο εύθραυστες, αλλά επειδή λειτουργεί αποτελεσματικά ένα πλαίσιο διάφανης εκκαθάρισης και ανανέωσης της αγοράς, επιτρέποντας σε μη βιώσιμες επιχειρήσεις να αποσυρθούν και στους ανθρώπους πίσω από αυτές να ξαναδοκιμάσουν με καθαρό μητρώο.

Η παθολογία της ελληνικής αγοράς

Η αποτυχία, στις πιο ώριμες οικονομίες, δεν φέρει το στίγμα της αποβολής. Αντιμετωπίζεται ως μέρος της πορείας προς την επιτυχία, ενταγμένη σε ένα θεσμικό πλαίσιο που την απορροφά, τη διαχειρίζεται και –τελικά– τη μετατρέπει σε γνώση. Στην Ελλάδα, όμως, η αποτυχία δεν συζητιέται. Κρύβεται. Εξοβελίζεται σε ταβάνια γραφείων, σε άτυπες «συμφωνίες» και σε παρασκηνιακές ρυθμίσεις. Η τυπική πτώχευση αποφεύγεται, όχι γιατί δεν είναι αναγκαία, αλλά επειδή το κοινωνικό και θεσμικό κόστος για τον επιχειρηματία θεωρείται υπερβολικά υψηλό.

Το αποτέλεσμα; Μια ελληνική αγορά γεμάτη “εταιρείες-ζόμπι” – επιχειρήσεις που συνεχίζουν να λειτουργούν παρότι είναι τεχνικά αφερέγγυες, χωρίς επενδυτική δυνατότητα, χωρίς πρόσβαση σε τραπεζική χρηματοδότηση, και συχνά λειτουργώντας με μαύρα μετρητά ή ανορθόδοξες πρακτικές.

Σύμφωνα με στοιχεία που παρουσιάστηκαν στη μελέτη της διαΝΕΟσις και του δικηγορικού γραφείου PotamitisVekris, το 22% των ελληνικών επιχειρήσεων κατατάσσονται σήμερα σε αυτή την κατηγορία. Δηλαδή μία στις πέντε.

Μια οικονομία διπλής ταχύτητας

Αυτό που διαμορφώνεται τελικά είναι μια οικονομία δύο ταχυτήτων: από τη μία, οι επιχειρήσεις που προσπαθούν με διαφάνεια και συνέπεια να επιβιώσουν και να αναπτυχθούν. Από την άλλη, οι «άτυπες» επιχειρήσεις που αξιοποιούν κάθε πιθανό παράθυρο για να αποφύγουν υποχρεώσεις, δανειστές, εφορίες και… πραγματικότητα.

Οι κλάδοι που πλήττονται περισσότερο; Δεν αποτελεί έκπληξη: κατασκευές, τουρισμός & εστίαση, τεχνικές δραστηριότητες, υγρά καύσιμα, μεταποίηση. Κοινό τους στοιχείο, η ευκολία “κινητικότητας” χρημάτων και η δυσκολία διασταύρωσης στοιχείων από τρίτους.

Αυτή η παθολογία δεν είναι απλώς ζήτημα αθέμιτου ανταγωνισμού. Είναι ζήτημα δικαιοσύνης και βιωσιμότητας.

Οι επιχειρήσεις που δρουν με υπευθυνότητα, πληρώνουν τις υποχρεώσεις τους, ασφαλίζουν τις απαιτήσεις τους και επενδύουν σε συμμόρφωση τιμωρούνται. Ανταγωνίζονται ανισότιμα έναν μηχανισμό που έχει μάθει να λειτουργεί στο σκοτάδι.

Η επικίνδυνη άγνοια

Ένα άλλο μείζον πρόβλημα που δεν λέμε ανοιχτά: οι περισσότερες ελληνικές επιχειρήσεις δεν γνωρίζουν ποιος είναι ο πελάτης τους. Όχι με την έννοια της εμπορικής σχέσης, αλλά της πραγματικής πιστοληπτικής ικανότητας.

Σε κάθε κλάδο, και ειδικά σε όσους στηρίζονται σε πίστωση, είναι κρίσιμο για τον επιχειρηματία να γνωρίζει εάν, πότε και πόσο μπορεί να πληρωθεί. Κι όμως, σε μεγάλο ποσοστό, ακόμα και επιχειρήσεις με τζίρο εκατομμυρίων δεν κάνουν στοιχειώδη έλεγχο στους πελάτες τους. Δεν διαθέτουν συστήματα αξιολόγησης, δεν έχουν πρόσβαση σε πληροφορία, δεν προστατεύονται.

Κι αυτό δεν είναι μόνο επιχειρηματικό ρίσκο. Είναι δομική ευαλωτότητα.

Η αξία της γνώσης και της διαφάνειας

Σε μια εποχή που όλα αλλάζουν με ταχύτητα, η ελληνική επιχείρηση δεν μπορεί να πορεύεται «με κλειστά μάτια». Χρειάζεται να αναγνωρίσει τη σημασία της αξιόπιστης οικονομικής πληροφόρησης, της αξιολόγησης πελατών, της χρήσης εργαλείων πρόληψης και της διαφάνειας στις συναλλαγές.

Η σοβαρή ανάλυση μιας επιχείρησης δεν γίνεται με διαίσθηση. Γίνεται με δεδομένα.
Και η ανθεκτικότητα της οικονομίας μας ξεκινά από εκεί: από την τόλμη να δούμε τα προβλήματα κατάματα και να επιδιώξουμε μια αγορά καθαρή, υγιή και δίκαιη.