Greek office environment with a glass wall that appears transparent at first glance, but upon closer inspection is cracked, foggy.

Το ΓΕΜΗ στην Ελλάδα και ο Έφορος Εταιριών στην Κύπρο αποτελούν σήμερα τους μοναδικούς θεσμικούς φορείς που ενοποιούν και διασφαλίζουν το κρίσιμο έργο της δημόσιας αποτύπωσης των οικονομικών αποτελεσμάτων όλων των εταιριών που έχουν υποχρέωση δημοσίευσης οικονομικών καταστάσεων.

Ο ρόλος αυτός είναι κομβικός για τη λειτουργία της αγοράς: πιστωτές, συνεργάτες, τράπεζες και επενδυτές βασίζονται σε αυτά τα δεδομένα για να λαμβάνουν αποφάσεις, να αξιολογούν κινδύνους και να χτίζουν σχέσεις εμπιστοσύνης.

Κι όμως, σήμερα περίπου 38.000 επιχειρήσεις – δηλαδή πάνω από 1 στις 10 υπόχρεες εταιρίες – εμφανίζονται «κομμένες» ή σε αναστολή καταχώρησης στο ΓΕΜΗ, ακριβώς επειδή δεν δημοσιεύουν τα απαιτούμενα οικονομικά τους στοιχεία.

Αυτό από μόνο του συνιστά ένα σοβαρό ζήτημα διαφάνειας και θεσμικής αξιοπιστίας. Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο έντονο αν αναλογιστεί κανείς ότι, την ίδια στιγμή, η δημόσια συζήτηση επικεντρώνεται σε πρόστιμα από 100€ (!) έως 100.000€.

Πρόστιμα που, στην πράξη, δεν λειτουργούν αποτρεπτικά, όταν η σκόπιμη μη υποβολή οικονομικών καταστάσεων μπορεί να αποφέρει σε μια εταιρία όφελος εκατοντάδων χιλιάδων – αν όχι εκατομμυρίων ευρώ, εις βάρος πιστωτών, προμηθευτών και της οικονομικής συναλλαγής συνολικά.

Χαρακτηριστικό – και διαχρονικό – παράδειγμα αποτελεί η υπόθεση Μαρινόπουλος. Λίγο πριν την αίτηση υπαγωγής στο άρθρο 99, δημοσιεύθηκαν εσπευσμένα στο ΓΕΜΗ οι «χαμένοι» ισολογισμοί των ετών 2012, 2013 και 2014, με συνολικό πρόστιμο μόλις 1.350€, την ώρα που οι οφειλές προς πιστωτές και Δημόσιο ξεπερνούσαν τα 1,3 δισ. ευρώ.

Μια αναλογία που αγγίζει τα όρια του παραλόγου.

Η διαφάνεια δεν μπορεί να είναι φθηνή επιλογή.
Και αντίστοιχα, η αδιαφάνεια δεν μπορεί να παραμένει πρακτική χαμηλού ρίσκου.

Δυστυχώς, η αγορά γνωρίζει ότι δεν πρόκειται για μεμονωμένα περιστατικά. Υπάρχουν ακόμη αρκετοί «σκελετοί κάτω από το χαλί», που επηρεάζουν αθόρυβα την αξιοπιστία των συναλλαγών και μεταφέρουν τον κίνδυνο στους συνεπείς.

Αν θέλουμε σοβαρή εταιρική διακυβέρνηση, υγιή ανταγωνισμό και ουσιαστική προστασία της οικονομικής συναλλαγής, τότε τα κίνητρα και τα αντικίνητρα οφείλουν να ευθυγραμμιστούν με την πραγματικότητα της αγοράς.

Tags: